«Αγοράζουμε πράγματα που δεν χρειαζόμαστε, με χρήματα που δεν έχουμε, για να εντυπωσιάσουμε ανθρώπους που δεν μας αρέσουν».

Ντέιβ Ράμσεϊ, Οικονομολόγος/Συγγραφέας

Αυτό ακριβώς, που περιγράφει η παραπάνω ρήση, πραγματεύεται η ταινία «Fight Club» (σ.σ.: Λέσχη Πάλης) του Ντέιβιντ Φίντσερ (1999), η οποία και βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο του Τσακ Παλάνιουκ. Γιατί ξεκινάμε με αυτό; Είναι απλό: Σήμερα, 28 Νοεμβρίου «εορτάζεται» η «Παγκόσμια Ημέρα Αγοραστικής Αποχής». Αλήθεια, τι είναι περισσότερο αστείο; Το γεγονός ότι υπάρχει ή το ότι δεν μπορεί (;) να τηρηθεί σε καμία περίπτωση;

Μοιάζει σαν ανέκδοτο κι όμως υπάρχει. Ποια μέρα του χρόνου δεν αγοράσαμε κάτι, έστω αναγκαίο (γιατί από αχρείαστη «σαβούρα»… άλλο τίποτα); Υπάρχει μέρα, άραγε, που δεν καταναλώσατε κάτι, όπως ρεύμα, νερό, φαγητό (του οποίου τα υλικά έχετε αγοράσει ή ακόμη κι αν υπάρχουν προσωπικές καλλιέργειες για την εξασφάλιση της τροφής, έχουν ξοδευτεί χρήματα και κόπος -που σημαίνει κι άλλα έξοδα- για να δημιουργηθούν);

Αν υπάρχει έστω ένας άνθρωπος στο σύγχρονο -και «πολιτισμένο»- κόσμο, που για μια μέρα, καν εμμέσως, δεν κατανάλωσε κάτι, εγώ θα το πετάξω το πληκτρολόγιο κα τον υπολογιστή ολόκληρο. Και δε μιλάω για αυτούς, που πραγματικά δεν καταναλώνουν το οτιδήποτε, γιατί εκείνοι απλώς δεν έχουν απολύτως τίποτα για να καταναλώσουν, ενώ μπορεί να… χρωστούν κι από πάνω…

Η ημέρα αγοραστικής αποχής προφανώς και δεν επιτάσσει μηδενική κατανάλωση, γιατί κάτι τέτοιο είναι σχεδόν ανέφικτο στον ανεπτυγμένο ή αναπτυσσόμενο -όπως λέγεται- κόσμο. Θέλει όμως να περάσει το μήνυμα της εγκράτειας και της αυτάρκειας, της μερικής απεξάρτησης από τον άκρατο υλισμό και το ότι η υπερκατανάλωση δεν μας κάνει καλύτερους ανθρώπους (το αντίθετο).

Αυτό που «εορτάζεται» (τα εισαγωγικά, ξανά, είναι πέρα για πέρα ειρωνικά) σήμερα, αυτομάτως μου έφερε στο μυαλό το «Fight Club», που «άνοιξε» ουσιαστικά αυτές τις γραμμές, με τους Έντουαρτ Νόρτον και Μπραντ Πιτ να δίνουν ρέστα. Όπως είχα γράψει προ καιρού σε στήλη βιβλιοκριτικής, αναφορικά με το αριστούργημα του Παλάνιουκ, πολλοί απορούν πως γίνεται να γυρίστηκε μια τέτοια ταινία -μια πραγματική γροθιά στον υπερ-καταναλωτισμό και το οικονομικό κατεστημένο των πολυεθνικών- που θίγει καταστάσεις με το όνομά τους, κυριολεκτικά! Μια πρώτη απάντηση είναι ότι η ταινία του Ντέιβιντ Φίντσερ δε θα μπορούσε να γυριστεί, αν δεν είχε προηγηθεί το ομώνυμο συγγραφικό έργο του Τσακ Παλάνιουκ.

Η υπόθεση του βιβλίου και κατ’ επέκταση της ταινίας μιλά για ένα γραφειοκράτη (Ε. Νόρτον), που πάσχει από αϋπνίες και αναζητά τρόπους να υπάρξει μέσα στη «γεμάτη» από κομφόρ και ταυτόχρονα πολύ άδεια και ανούσια ζωή του. Η τελευταία θα αποκτήσει ουσία όταν θα γνωρίσει (;) τον Τάιλερ Ντέρντεν (Μ. Πιτ), θα γίνουν… κολλητοί και μαζί (;) θα ιδρύσουν τη Λέσχη Πάλης.

nternten

Ένα underground άντρο για άντρες, όπου δέρνουν και δέρνονται, ξεσπούν, φτύνουν αίμα και δόντια και από πάνω λένε «ευχαριστώ» για το ξύλο. Η Λέσχη θα μεγαλώσει και θα γίνει στρατός.

Στο τέλος, με μπροστάρη τον Ντέρντεν, θα οργανώσουν βομβιστικά χτυπήματα μες στην πόλη, με σκοπό την αναρχία και την «τιμωρία» των πολυεθνικών και των αφεντικών, που ρουφούν με σοβαροφάνεια κατουρημένες σούπες.

Ναι, ο υπερ-καταναλωτισμός μπορεί να σε οδηγήσει ως και στην τρέλα, να σε βυθίσει στην ανασφάλεια, την οποία θρέφει με χαρακτηριστική ευκολία και επιτυχία, να σε κάνει να νομίζεις ότι υπάρχεις ως ον για να καταναλώνεις ή λόγω του ότι καταναλώνεις. Η απάντηση σ’ αυτόν δεν είναι τα εκρηκτικά από σαπούνι, φτιαγμένο από ανθρώπινο λίπος, όπως στην ταινιάρα του Φίντσερ και τις σελίδες του Παλάνιουκ.

Η απάντηση βρίσκεται στη σημερινή ημέρα: Να απέχεις από τα περιττά και τα αχρείαστα. Κι ούτε να απογοητεύεσαι αν δεν μπορείς να έχεις ένα κινητό ή ένα αυτοκίνητο, που έχει ο νεόπλουτος απέναντι ή ο υπέρ το δέον ανασφαλής γείτονας, παραδίπλα. Να μην ξοδεύεις πέρα από τις δυνατότητές σου και κυρίως να μη σκας για τη μη απαραίτητη σαβούρα, που προείπαμε. Κάποιοι γύρω μας δεν έχουν καν τα γαμημένα τα βασικά…

Πάρε την παρέα σου και πήγαινε μια βόλτα, χωρίς να χρειάζεται να πας στο πιο ακριβό, γκλαμουράτο και «δήθεν» καφέ, κλαμπ ή εστιατόριο. Κι εκεί που ο φραπέ θα κάνει 2,00 ή 2,50 ευρώ καλός θα είναι. Ξεκόλλα από την οθόνη του υπολογιστή σου, από όπου καταναλώνεις ανελλιπώς πράγματα χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι και μίλα από κοντά με τους φίλους σου κaι όχι από τα chat των social media. Πηγαίνετε σινεμά, δείτε ταινίες που γουστάρετε (παρεμπιπτόντως, ανυπομονώ για το νέο «Captain America: Civil War», όσο εμπορικό και αν είναι, αλλά αγαπώ Μarvel»), αλλά και ταινίες που «πρέπει» να δείτε (σε αυτήν την κατηγορία ανήκε και το «Fight Club» το 1999).

Δε θέλει πολλά φράγκα για να περάσεις καλά, ούτε να ζήσεις με αχρείαστες υπερβολές. Κι όταν τις κάνεις να τις θυμάσαι, αλλά να έχεις την επίγνωση ότι δεν αποτελούν κανόνα. Τελικά, η σημερινή μέρα θα έπρεπε να εορτάζεται (χωρίς εισαγωγικά), αλλά ποιον θα βόλευε αυτό;