18:25, 09/09/2017 | Συντάκτης: Guest Editor

Θανάσης Μπέμπης: Ένας Έλληνας βιρτουόζος της μπάλας

Μπορεί εγώ να μην υπήρχα καν σαν οντότητα όταν ο ίδιος έπαιζε μπάλα. Όμως μέσα από κουβέντες διάφορων κατά πολύ πρεσβύτερών μου ποδοσφαιρόφιλων και υγιέστατων ανθρώπων, όσον αφορά στον χώρο του ποδοσφαίρου που εκτιμούσαν το ωραίο και το ποιοτικό, έμαθα σύντομα για τον τεράστιο ποδοσφαιριστή που πέρασε από τα ελληνικά γήπεδα. Τον Θανάση Μπέμπη.

Ήταν ένα από τα καλύτερα δεκάρια του ελληνικού ποδοσφαίρου με άψογο δημιουργικό παιχνίδι και εκτελεστικό αρκετές φορές. Φυσικά όμως πέραν του ότι ήταν μεγάλο αστέρι για τα ποδοσφαιρικά λημέρια της χώρας μας, ήταν και ένας λατρεμένος παίχτης και μεγάλο λιθάρι για την ιστορία του Ολυμπιακού και τον φιλάθλων της ομάδας του Πειραιά.

Μπορεί το παρατσούκλι του να ήταν «Πινόκιο» λόγω της έκτασης της μύτης του, όμως δεν ήταν καθόλου «Πινόκιο» ούτε στην προσωπική του, ούτε στην ποδοσφαιρική του ζωή. Και τα κατορθώματα του εντός και εκτός αγωνιστικών χώρων το απέδειξαν περίτρανα όλα αυτά τα χρόνια. Ήταν σεβαστός όχι μόνο από το «ερυθρόλευκο» κοινό που μπορεί να είναι η μοναδική ομάδα στην Ελλάδα που η ομάδα είναι πάνω από όλους, αλλά όταν οι φίλαθλοί της βάζουν κάποιον μέσα στην καρδιά της παραμένει πάντοτε και το αντίστροφο φυσικά όταν κάτι δεν τους αρέσει το πετάνε μια και καλή, αλλά και από αντίπαλους  παίχτες και παράγοντες, αναγνωρίζοντας την αξία αυτού του τεράστιου ποδοσφαιριστή.

Διότι το ελληνικό ποδόσφαιρο τις δεκαετίες του 50, 60 που αγωνίστηκε και μετά σαν προπονητής, ήταν σαφώς πιο υγιέστατο και πιο ρομαντικό, σε σχέση με τον άκρατο επαγγελματισμό που άρχισε να επικρατεί από τις αρχές δεκαετίες του 80 και μετέπειτα,  παγκοσμίως αλλά και στην χώρα μας κυρίως, με βασικό συντελεστή στα του οίκου μας και την κρίση ιδεών και αξιών, όχι μόνο σε χρηματικό επίπεδο. Και ο Θανάσης Μπέμπης ήταν ένας από αυτούς. Με ήθος, αξίες, αρχές και φυσικά τρομερές ποδοσφαιρικές αρετές.

Επίσης ήταν αδιαμφισβήτητα μια από τις ποδοσφαιρικές κολώνες του Ολυμπιακού και πιστός στρατιώτης του. Δεν είναι τυχαίο πως πριν από πέντε χρόνια σε φιλικό βετεράνων μεταξύ Ολυμπιακού και Φωστήρα είχε πέσει κάτω και φίλαγε με τόση ευλάβεια την σημαία της ομάδας που τον λάτρεψε και λατρεύτηκε ειδικά από τους παλαιότερους σαν ημίθεος του συλλόγου ποδοσφαιρικά. Πράγμα σπάνιο στις μέρες μας για οποιοδήποτε σύλλογο παίχτης του να το κάνει αυτό.

Η ποδοσφαιρική σταδιοδρομία του σε συλλογικό επίπεδο

Έκανε εκκίνηση από την ομάδα των Πράσινων Πουλιών στα Πετράλωνα(1943-1945), ενώ εκκίνησε την επαγγελματική του καριέρα στον Ακράτητο(1947-1948) και στον Φωστήρα Ταύρου(1947-1948).

Στην συνέχεια μετέβη στον Ολυμπιακό, με διετή όμως αποκλεισμό από επίσημες αναμετρήσεις με την ομάδα λόγω της μη συναίνεσης του Αθηναικού συλλόγου. Εξαιρουμένης της αγωνιστικής περιόδου 1953-54, όπου διαφωνώντας για οικονομικά ζητήματα με τη διοίκηση, επέστρεψε στον Ακράτητο και ύστερα πάλι στον Ολυμπιακό, όπου παρέμεινε στέλεχος των Ερυθρόλευκων έως το 1963.

Μέσα σε αυτά τα χρόνια κατάφερε να μεγαλουργήσει και να είναι ιστορικό στέλεχός μια θρυλικής κουστωδίας μαζί με τους Μουράτη, Δαρίβα, Ρωσίδη, Μπέμπη, Κοτρίδη, Δρόσο, Καραπατή, Θεοδωρίδη, Υφαντή, Κίνλεϊ, Ψύχο η οποία κατέκτησε έξι συνεχόμενα πρωταθλήματα(1954-1959) και τέσσερα κύπελλα. Εγκατέλειψε την ενεργό δράση το 1964 αγωνιζόμενος με την Βύζαντα στην β’ κατηγορία.

Κατά την διάρκεια της θητείας του στον Ολυμπιακό είχε την τύχη και συγκεκριμένα την περίοδο 1960-1962 να συνεργαστεί με τον μεγάλο Γιουγκοσλάβο προπονητή εκείνης της εποχής Ντζίνα Σιμονόφσκι με ταλέντο στο να ανακαλύπτει εκείνη την εποχή ταλέντα όπως οι Μίλησης, Μπαρμπαλιάς, Πλέσσας, Ν. Σιδέρη, Αντώνη Τζανετουλάκο γνωστά και ως τα μωρά του Σιμονόφσκι. Επίσης το 1961 υπό τις οδηγίες του Γιουγκοσλάβου ο Ολυμπιακός νίκησε την περίφημη Σάντος του Πελέ με 2-1 υπό τις οδηγίες του με τον ίδιο τον Μπέμπη να τραυματίζεται νωρίς στο παιχνίδι παθαίνοντας θλάση και να αποχωρεί.

Κατέχει το ρεκόρ του παίκτη με τις περισσότερες παρουσίες σε τελικούς του κυπέλλου Ελλάδας με δώδεκα από τις οποίες αγωνίστηκε τις δέκα και κέρδισε οκτώ φορές τον τίτλο ως κυπελλούχος. Το ρεκόρ του στις κατακτήσεις το έσπασε ο Αντώνης Νικοπολίδης το 2009.

Η ποδοσφαιρική σταδιοδρομία του σε εθνικό επίπεδο

17 φορές αγωνίστηκε με την Εθνική και σημείωσε ένα γκολ. Την πρώτη του εμφάνιση την  πραγματοποίησε στις 17 Φεβρουαρίου 1950 κατά τον εκτός έδρας αγώνα με την Αίγυπτο στο γήπεδο Μοχάμεντ Άλι για τα πλαίσια του Κυπέλλου Φιλίας Ανατολικής Μεσογείου, όπου ο τεχνικός Κώστας Νεγρεπόντης τον χρησιμοποίησε ως αλλαγή από το ημίχρονο αντί του Λάμπη Σεραφείδη.

Στην ιστορία είχε περάσει το 1956 μια αποστασία που είχε κάνει μαζί με τους διεθνείς τότε Μουράτη, Λινοξυλάκη, Μανταλόζη και Πετρόπουλο πλην του Ρωσίδη να κατέβουν σε αγώνα ενάντια στο Ισραήλ κάνοντας τις εξής δηλώσεις:

« Για να προετοιμαστούμε με την Εθνική είχαμε χάσει τα μεροκάματά μας. Μας είχαν τάξει, αν θυμάμαι καλά, 800 – 1.000 δρχ.. Δεν μας τις έδωσαν και αντιδράσαμε όχι εγκαταλείποντας την Εθνική, αλλά πηγαίνοντας μόνοι μας σε άλλο ξενοδοχείο, μακριά από τους υπευθύνους. Δεν το κάναμε για τα χρήματα. Ήταν δόξα και τιμή να αγωνίζεσαι με την Εθνική ομάδα. Διοικούσαν κοράκια την Ομοσπονδία και η αντίδρασή μας αυτούς στόχευε».

Τελικά μετά από πρέσινγκ ορισμένων ανθρώπων αγωνίστηκαν τελικά στο παιχνίδι και η εθνική κέρδισε 1-0 με γκολ του Μπέμπη στο 52ο λεπτό.

Η προπονητική του καριέρα

Ως προπονητής κάθισε στον πάγκο του Ολυμπιακού τέσσερις φορές. 1η ήταν η περίοδος από τις 29-1-1980-17-2-1980.

Η δεύτερη ήταν από τις 26-11-1983-30-11-1983 με την βοήθεια του Αλκέτα Παναγούλια όπου κοουτσάρισε την ομάδα στο 5-0 επί του Αιγάλεω στο Καραισκάκη.

Η τρίτη του θητεία ήταν από τις 13.3.1984 – 7.5.1984 μετά την φυγή του Νίκου Αλέφαντου και τον τσακωμό του με τον τότε πρόεδρο της ομάδας Σταύρο Νταιφά και στο ενεργητικό του σε επτά παιχνίδια, ήταν τέσσερις νίκες και τρεις ισοπαλίες με κορυφαία του στιγμή την νίκη επί του Παναθηναϊκού στο περίφημο ντέρμπι με 2-1 στο «Γ.Καραισκάκης» όπου του χάρισε και την έξοδο στην Ευρώπη εκείνη την χρονιά.

Πριν από εκείνο το παιχνίδι είχε πει την εξής ατάκα κάνοντας έκκληση στην ΕΠΟ να «στείλει… ποδήλατα στο Καραϊσκάκη για να κάνουν οι Παναθηναϊκοί το γύρο του «Γ.Καραϊσκάκης», αφού τόσο πολύ το θέλουν». Μιας και οι περισσότεροι τότε θεωρούσαν φαβορί στο ματς τον Παναθηναικό. Και στην συνέχεια μετά το τέλος του αγώνα είχε κάνει την δήλωση που πέρασε στην ιστορία. «Ο Ολυμπιακός είναι υποχρεωμένος να κερδίζει πάντα τον Παναθηναϊκό και ας χάνει από τον… Βούδα!»

Και η τελευταία του θητεία ήταν στις 30.4.1985 – 16.6.1985 όπου κλήθηκε να καλύψει το κενό του Κέσλερ τότε τις τελευταίες πέντε αγωνιστικές και ο απολογισμός του ήταν τρεις νίκες και δύο ισοπαλίες. Όμως τερμάτισε 4ος και έμεινε εκτός Ευρώπης. Το αξιοσημείωτο είναι ότι δεν έχασε ποτέ ως προπονητής στον πάγκο του Ολυμπιακού και γενικότερα στην προπονητική του καριέρα. Επίσης έχει τιμηθεί από την ΠΑΕ Ολυμπιακός φυσικά και από τον ΠΣΑΤ για την ανυπέρβλητη προσφορά του στο ποδόσφαιρο.

Τίτλοι

Συνολικά στην καριέρα του κατέκτησε έξι σερί πρωταθλήματα Ελλάδος(1951, 1955, 1956, 1957, 1958 και 1959), εννιά κύπελλα(1951, 1952, 1953, 1957, 1958, 1959, 1960, 1961. 1963), οκτώ πρωταθλήματα Πειραιά(1951, 1952, 1953, 1955, 1956, 1957, 1958, 1959)και ένα Βαλκανικό κύπελλο το 1963.

Ο Θανάσης Μπέμπης με τον θάνατό του αφήνει πίσω του μια μεγάλη παρακαταθήκη με τα επιτεύγματά του ως ποδοσφαιριστής και ως άνθρωπος και όλο το ελληνικό ποδόσφαιρο και όλοι οι Έλληνες φίλαθλοι θα πρέπει να τιμούν και να τον αναγνωρίζουν ως ποδοσφαιρικό ίνδαλμα μαζί με τους Δομάζο, Δεληκάρη, Χατζηπαναγή, Παπαιωάννου, Σιδέρη, Γιούτσο και πολλούς άλλους. Ένας σπάνιος ποδοσφαιριστής για τα ελληνικά δεδομένα όπως και οι προαναφερθέντες που όσοι τον έζησαν θα πρέπει να αισθάνονται ευλογημένοι και φυσικά μέσα σε αυτούς κυρίως οι φίλαθλοι των ερυθρολεύκων. Και όσοι δεν τον έζησαν καλό θα ήταν να μάθουν το ποιόν του για να παραδειγματιστούν από τον ίδιο και ειδικά όσοι θέλουν να κάνουν καριέρα ως ποδοσφαιριστές. Δεν θα ήταν κακό. Καλό του ταξίδι λοιπόν.

 

Επιμέλεια: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΝΔΡΕΚΑΣ