9:00, 28/06/2017 | Συντάκτης: Νίκος Πολιουδάκης

Συνέντευξη με ένα σκύλο…

Μου είχε λείψει η εν λόγω «εμπειρία», αν και, κάθε μέρα που περνά, μου λείπει όλο και λιγότερο. Όχι επειδή είμαι αχάριστος που το «έζησα», αλλά ακριβώς επειδή άτυπα το χρωστάω στον τότε, προ τριετίας περίπου, «συνομιλητή» μου, που μου έμαθε πολλά. Πάρα πολλά. Αναζητώντας, λοιπόν, θεματάκια στο… αρχείο μου, θεώρησα πως αυτή η... φανταστική, πραγματικά, «συνέντευξη» έπρεπε οπωσδήποτε να αποτελέσει κομμάτι αυτής της συντροφιάς εδώ, του SR και κατ’ επέκταση όλων όσων μας ακολουθούν. Συγγνώμη δε, προκαταβολικά, για την όποια πιθανή ψυχρολουσία, αλλά μες στον καύσωνα –αλλά και πέρα από αυτόν- μόνο καλό μπορεί να κάνει…

Ναι, καλά διαβάζετε… Συνέντευξη με ένα σκύλο! Το ίδιο -και χειρότερα- απόρησα κι εγώ, όταν βρέθηκα αιφνιδιαστικά αντίκρυ με το πλέον περίεργο της φύσης, ένα σκύλο που μιλάει! Συναντηθήκαμε τυχαία στα Αναφιώτικα κάτω από την Ακρόπολη. Καθώς έψαχνα απεγνωσμένα κάποιο πρωτότυπο θέμα να τρέξω ή κάποιο αξιόλογο -όχι διάσημο- πρόσωπο να μιλήσουμε, σταμάτησα να ξαποστάσω σε ένα σημείο της περιοχής, απ’ όπου φαίνεται «πιάτο» η Αθήνα.

Τότε ήταν που ο εν λόγω σκύλος εμφανίστηκε κυριολεκτικά από το πουθενά! Σκαρφάλωσε στο τοιχάκι όπου καθόμουν οκλαδόν και άραξε στην απέναντι γωνία, λες και είχαμε δώσει ραντεβού για τη συνέντευξη! Μου μίλησε πρώτος, λέγοντάς μου ένα «βαρύ» και ανθρωπίνως μάγκικο «Τι λέει φίλε;». Περιττό να πω ότι κόντεψα να πνιγώ με το νερό από το 0,50l μπουκαλάκι, με το οποίο έβρεχα τακτά το στόμα μου, μες στη ζέστη. Έμεινα κάγκελο και άρχισα να τσιμπιέμαι. Πίστευα πως κοιμόμουν. Κι όμως δεν κοιμόμουν! Το θέμα, που έψαχνα, ήρθε μόνο του…

Έμοιαζε αρκετά με λαμπραντόρ, αλλά δεν ήταν. Ήταν άλλος ένας αδέσποτος, μεγαλόσωμος, αλλά διόλου «αλήτης» αρσενικός σκύλος. Έμοιαζε γερασμένος και ταλαιπωρημένος. Τον έλεγαν «Ράμπο», αλλά δεν φαινόταν στο ελάχιστο πολεμοχαρής. Μιλούσε φαρσί τα ελληνικά, ενώ «το ’χε» και το αγγλικό. Μιλήσαμε αρκετή ώρα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπόρεσα να θέσω τα ερωτήματα, που πιθανώς θα είχα ετοιμάσει, αν ήξερα με τι θα βρεθώ αντιμέτωπος. Ωστόσο, η συνέντευξη -ή καλύτερα η κουβέντα μας- μου «έβαλε τα γυαλιά», νομίζω…

-Έχω μείνει άφωνος, νομίζω το καταλαβαίνεις…

-Λογικό… Σου είχα μιλήσει και στο παρελθόν, όταν έβγαινες μια φορά από το Σταθμό στο Μοναστηράκι και βιαζόσουν να πας κάπου, δεν ξέρω που. Όλο βιάζεστε ρε γαμώ το… Σου μίλησα, δε με άκουσες… Εδώ τόσοι και τόσοι μιλάνε γύρω σας, αλλά δεν ακούτε, έχετε τα αυτιά σας ερμητικά κλειστά. Και είναι άνθρωποι, όπως εσείς, που σας χρειάζονται, αλλά δεν τους «προσέχετε», δεν τους ακούτε, τους προσπερνάτε, ενώ έχουν ανάγκη να τους δώσετε απλώς σημασία… Και δε μιλάω για τους επαίτες… Νομίζετε πως μόνο εσείς έχετε προβλήματα, και δη άλυτα και απάλευτα.

Επομένως, είναι φυσιολογικό που σου κάνω εντύπωση. Τέλος πάντων, δεν έχω σκοπό να σου κάνω κήρυγμα, εξάλλου, όπως μας όρισε η φύση, εγώ είμαι μάλλον «κατώτερός» σου, εσύ είσαι το έλλογο ον και εγώ ένα ταπεινό -πιθανό- κατοικίδιο και «καλύτερος φίλος» σου, σύμφωνα με το συρμό…

-Δέχομαι την κριτική σου, γιατί νομίζω πως μου αρμόζει και μας αρμόζει. Γιατί διάλεξες όμως να μιλήσεις σ’ εμένα; Κανείς άλλος, δηλαδή, δεν ξέρει για την ύπαρξή σου και το «προτέρημά» σου;

-Προτέρημα; Δε θα το έλεγα… Από τη μία, μπορεί να έμαθα να μιλάω, από την άλλη, το γεγονός το ότι ανέπτυξα περαιτέρω τις νοητικές και κριτικές μου ικανότητες δε με κάνει να νιώθω τυχερός. Κι αυτό, γιατί, παρά το ότι μυαλό και λόγος σας δόθηκαν απλόχερα από τη φύση ή από το Θεό, αν θέλεις, εσείς νομίζοντας ότι τα χρησιμοποιείτε για το καλό σας, περισσότερο τα χρησιμοποιείτε εις βάρος σας. Γι’ αυτόν το λόγο επέλεξα να μη δείξω το «ταλέντο» μου σε κανέναν, πλην εσένα.

Δεν ξέρω γιατί διάλεξα εσένα. Μου έκανες ένα «κλικ», που λέτε, ένιωσα ότι ίσως μπορούμε να συνεννοηθούμε. Δεν ξέρω. Ήθελα να σου μιλήσω, γνωρίζοντας και την ιδιότητά σου. Για την ακρίβεια, εσύ και ένα κορίτσι -γυναίκαρα πλέον- γνωρίζετε σε αυτόν το μάταιο κόσμο ότι, πέρα από γαβγίσματα και άφθονη έκκριση σάλιου, μπορώ να αρθρώνω και λόγο…

-Προφανώς, θα ήταν το κορίτσι, που σε είχε και σε φρόντιζε και που κατάφερε να σε μάθει να μιλάς! Έτσι δεν είναι;

Κάπως έτσι… Πήρα πολλή αγάπη απ’ αυτό το κορίτσι. Ζήτημα είναι να υπήρξα 4-5 μήνες κοντά στη μάνα μου, ένα καθαρόαιμο λαμπραντόρ απ’ ό, τι είχα ακούσει. Μετά με πήρε σπίτι της, σαν δώρο στον εαυτό της, μια μέρα πριν μάθει ότι πέρασε στη σχολή της επιλογής της! Με έπαιζε, μου μίλαγε συνέχεια από την αρχή σαν να ήμουν παιδάκι/ άνθρωπος, όμως όχι σαν μάνα, αλλά σαν φίλη.

Με έπαιρνε μαζί της παντού. Μόνο στη σχολή της δε με έπαιρνε, αλλά μόλις ερχόταν σπίτι, πρώτο της μέλημα ήταν να με σηκώσει αγκαλιά! Αλλά όλα αυτά για περίπου 1,5 χρόνο, παλιά. Μετά χαθήκαμε. Οι υποχρεώσεις της μεγάλωναν, ενώ το περιβάλλον της δε με είχε στην ίδια εκτίμηση. Μαδούσα πολύ, βλέπεις. Κι εγώ, πάντως, μια μέρα που βρήκα ανοιχτή την πόρτα, αποφάσισα να το σκάσω και να γνωρίσω καλύτερα τον κόσμο, αν και είχα μάθει πολλά από την ίδια.

 Ήθελα να ανοίξω τους ορίζοντές μου, και γιατί όχι, να αποκτήσω και νέα «αφεντικά». Είχα αποφασίσει όμως τον πραγματικό μου εαυτό, που έβγαλε από μέσα μου εκείνη η κοπέλα -αχ ξεχάστηκα, τόση ώρα, Έλενα την έλεγαν-  να μην τον ξαναδείξω πουθενά! Έτσι σιώπησα, ενώ μόλις είχα αρχίσει να μιλώ άπταιστα. Ξανασμίξαμε όμως και πριν 5 περίπου χρόνια. Εγώ τώρα θα κοντεύω στα 11, κι αυτή στα 29.

-Και τι έγινε; Σε ξαναπήρε κοντά της;

-Δεν ήταν τόσο απλό. Είχε φτιάξει τη ζωή της και δεν ήταν εύκολο να βρισκόμαστε συχνά. Άσε που κι εγώ ένιωθα μερικές φορές την ψευδαίσθηση ενός ελεύθερου πουλιού, που προσαρμόζεται για πλάκα σε νέες καταστάσεις, παρόλο που η ουσία, τις περισσότερες φορές, έλειπε.

Ωστόσο, όπως εγώ ένιωθα την ανάγκη να μιλώ μόνο σε εκείνη, επειδή μόνο τότε ένιωθα ασφαλής και ελεύθερος να το κάνω, έτσι ένιωθα πως ήθελε να κάνει κι εκείνη, παρόλο που καταχρόταν καθημερινά την ανθρώπινή της ικανότητά, να χρησιμοποιεί δηλαδή τη φωνή και το λόγο της. Εκείνη μου είχε δώσει φωνή, και μόνο σε εκείνη ένιωθα πως πρέπει να καταναλώνω το «δώρο» αυτό. Κι εγώ, όμως, ένιωθα πως κάτι της είχα δώσει, πως κάτι κέρδιζε από μένα, πέρα από χαδάκια και παιχνιδάκια στο πάτωμα, στον καναπέ ή στο πάρκο, όπου με πήγαινε βόλτα.

Ξαναβρεθήκαμε πριν 2,5 χρόνια περίπου και ζήσαμε λίγο περισσότερο ο ένας τον άλλο. Η ανάγκη να μιλάμε και να συνυπάρχουμε, όποτε ήταν δυνατόν, μας ξεπερνούσε. Όπως και παλιά, μιλούσαμε επί ώρες, τσακωνόμασταν ενίοτε και δε με έκανε ποτέ να νιώθω σαν ένας γλυκός, παιχνιδιάρης, τριχωτός σκύλος, που, απλώς, της κάνει παρέα. Ένιωθα πως δε θέλω να φύγω ποτέ ξανά από κοντά της.

Μου άρεσε που ένιωθα πάλι «ελεύθερος», αλλά αυτό κράτησε λίγο. Ακόμη περισσότερες υποχρεώσεις, προβλήματα υπαρκτά και μη, και πολλά άλλα δε μας επέτρεψαν να συνεχίσουμε να βλεπόμαστε και να τα λέμε. Είχε τουλάχιστον σιγουρευτεί ότι μπορώ να ανταπεξέλθω στη συνέχεια της ζωής. Είχα και πειθώ βλέπεις, ήταν να μην αρχίσω να μιλάω! (γέλια)

-Μα και τώρα ελεύθερος δεν είσαι; Είσαι ιδιαίτερος -με την καλή έννοια- και το ότι έχεις ανεπτυγμένη νοημοσύνη και γλωσσική ικανότητα είναι στοιχεία, που σου προσδίδουν μια ελευθερία. Και μόνο που μπορείς να κριτικάρεις, να ερμηνεύσεις, να σκεφτείς σχεδόν σαν εμάς ή και παραπάνω…

-Δεν είμαι αχάριστος. Αν ήμουν δε θα τολμούσα να σου μιλάω εδώ σήμερα και το μυστικό μου θα πέθαινε μαζί μου και μαζί της. Το να είναι κανείς «ιδιαίτερος», όπως λες, είναι άλλοτε καλό και άλλοτε κατάρα. Από τη μία, μπορεί να ξεχωρίσεις μέσα στη μάζα, από την άλλη, η μάζα να σε παρασύρει. Κι όταν τολμήσεις να ξεχωρίσεις, δείχνοντας κάτι διαφορετικό, να είσαι δακτυλοδεικτούμενος ή καραγκιόζης. Ούτε το ένα μου αρέσει, ούτε το άλλο κι ας με συγχωρέσει ο λαϊκός ήρωας της Ελλάδας. Να λοιπόν ένα παράδειγμα για το πώς μπορεί να αυξάνονται τα περιθωριοποιημένα στοιχεία γύρω μας.

H μοναδική θέα από γνωστό, υπέροχο σημείο των Αναφιώτικων

Δε μιλάει ο κόσμος, δεν ακούει ο κόσμος. Πνίγεται στην εσωστρέφειά του και την ανάγκη του να έχει ένα καλό αμάξι ή κινητό, καλό υπολογιστή, tablet και τη δυνατότητα να πηγαίνει στα club και τα μπουζούκια, να ακούει «συγγενείς» μου (γέλια) και να κάνει ανελλιπώς «tag». Κι όταν κάνει αριστερά και δεξιά το κεφάλι του, συνειδητοποιεί πόσο μόνος ουσιαστικά μέσα στο όλον είναι, πόσο βαθιά καταθλιπτικός. Και οι συμβιβασμοί είναι ό, τι χειρότερο στην όλη φάση.

Και για να τελειώνουμε, γιατί είχα πολύ καιρό να μιλήσω γενικά και ίσως σε κούρασα: Κάνετε ρε αχάριστοι άνθρωποι αυτό που θέλετε, εννοείται, χωρίς να πατάτε πάνω σε άλλους. Αναζητείστε αυτό που σας κάνει να νιώθετε καλά. Μη ζείτε με ψευδαισθήσεις και με επιταγές ηρεμίας. Κυνηγήστε όνειρα, ακόμη και τα πιο δύσκολα και κάτι θα βγει. Μη φρενάρετε κανέναν, μην επιβάλλεστε σε κανέναν.

Και χρησιμοποιείστε επιτέλους τη γλώσσα σας όχι για να τσακίζει κόκκαλα, αλλά για να δροσίζει καρδιές και να επουλώνει πληγές κι ας μην είναι αντισηπτικό το σάλιο σας, όπως το δικό μου.

 Όσο για το αν είμαι ελεύθερος που με ρώτησες: Είμαι ελεύθερος γιατί ξέρω τι θέλω, δεν είμαι όμως και τόσο, γιατί δεν έχω αυτό που θέλω, κάτι που δεν εξαρτάται μόνο από μένα. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει και να τα παρατήσω…

-Ήθελα να σε ρωτήσω πολλά, αλλά έχω σαστίσει… Ξέρεις, είναι περίεργο όλο αυτό… Αλήθεια, δε φοβάσαι που θα προβάλω τη συνέντευξή σου; Δε φοβάσαι ότι θα σε αναζητήσουν;

-Ξέρω καλά να κρύβομαι τόσο καιρό, φορώντας ένα μανδύα ενός τυπικού, συμπαθητικού, αδέσποτου, που περιφέρεται στους δρόμους μαζί με τα άλλα τετράποδα. Μην αγχώνεσαι! Kαι κάποιος να με πιέσει για να με πάρει στο τσίρκο ή να με κάνει καρνάβαλο στην τηλεόραση και το internet, έχω ακόμη σουβλερά δόντια. Παρά το ότι έχω γεράσει και στο μυαλό και στο σώμα…

Απομαγνητοφώνησα τη συνομιλία μας σχεδόν ως είχε, δεν μπόρεσα να κόψω κάτι. Λίγο πριν τελειώσουμε τη συνέντευξη, του ζήτησα να τον τραβήξω μια φωτογραφία, για του λόγου το αληθές. Δεν ήθελε με τίποτα, ντρεπόταν, δεν ήθελε να απαθανατίσει κανείς το πώς είχε καταντήσει, όπως μου είπε. Τον είδα ότι το ξανασκέφτηκε και σε τέλεια αγγλικά μου είπε «Stay here, I ll be back», θυμίζοντας στο ύφος τον πάλαι ποτέ κυβερνήτη της Καλιφόρνιας στο «Terminator 2». Τι κι αν τον έλεγαν Ράμπο; Μέχρι και ατάκα Σβαρτσενέγκερ σε version Σταλόνε είχε η συνομιλία μας!

Μετά από κάνα δεκάλεπτο επέστρεψε, κρατώντας στο στόμα του μια φωτογραφία. Ήταν ασπρόμαυρη και κάπως ξεθωριασμένη. Ήταν ο ίδιος παλαιότερα με λουράκι και κάτι αγκάλιαζε, δεν καλοφαινόταν. Μάλλον, ήταν το πόδι της Έλενας.

Είχε αποφασίσει να γυρίσει στην εσωστρέφειά του και ας είχε τόσα πολλά να πει. Αλλά δεν ήταν αυτό το πρώτο που αναζητούσε. Αυτό που ζήταγε, όπως με άφησε να καταλάβω, ήταν αυτό που έδειχνε η φωτογραφία. Ζητούσε να είναι πάλι κοντά της, πάλι ελεύθερος, πάλι αληθινός…

(πηγή: http://krihtikos.blogspot.se/)

Νίκος Πολιουδάκης

Όσο για το "ποιος είμαι"... Τσέκαρε στην "επαναστατική" μας ομάδα (SREVOLUTION TEAM) και θα δεις... Γιατί δεν είμαι μόνος μου...