9:30, 17/11/2017 | Συντάκτης: Νίκος Πολιουδάκης

Το Πολυτεχνείο δε ζει…

Παραμονές της 44ης επετείου του Πολυτεχνείου η δυτική Αττική απλώς «πνίγηκε» εξαιτίας μιας δυνατής κακοκαιρίας, παίρνοντας μαζί της στις υγρές κατακόμβες της συμπολίτες μας. Ναι, εν έτει 2017. Τώρα, σήμερα. Ωστόσο, καλούμαστε σήμερα, όπως κάθε χρόνο σαν σήμερα, να αναπαράγουμε το ότι «το Πολυτεχνείο ζει». Κι όμως, δε ζει πια, επιτρέψτε μου να πω. Γιατί χάθηκε, πέθανε, το σκότωσαν…

Το Πολυτεχνείο δε ζει, γιατί στα χειμαρρώδη, φονικά λασπόνερα παρασύρθηκαν ως και οι τελευταίες, ζώσες αξίες του: Η ανάγκη για ελεύθερη ζωή, με αξιοπρέπεια και «ψωμί». Για μια ζωή χωρίς φασισμό, σαπίλα και ψέμα. Για μια κοινωνία με αυξημένη και υπερ-αναγκαία παιδεία, που μόνο ως ουτοπικό όραμα έμεινε στις καλένδες της εξέγερσης εκείνου του Νοέμβρη. Άντε και ως ζητούμενο σε κανένα πανό (μαζί με το ψωμί και την ελευθερία), που μοιάζει πια με μακρινό κειμήλιο. Ένα «κειμήλιο», που μόνο ως επετειακή συνήθεια, τελικά, πέρασε στα χρόνια της μεταπολίτευσης…

Το Πολυτεχνείο δε ζει, γιατί κάποιοι «τεχνίτες» των δημοκρατικών χρόνων, που ακολούθησαν την ελεεινή χούντα, φαίνεται να προτίμησαν χωρίς φειδώ τις… κακοτεχνίες στο βωμό της προχειρότητας και του εύκολου κέρδους. Με τις ευλογίες και τις προτροπές των «πατρόνων» τους πάντα, βέβαια. Αυτών ντε, που άνοιξαν και συντήρησαν πελατολόγια, πουλώντας ψεύτικη ευημερία σε ακόμη περισσότερους και που συνεχίζουν μέχρι και σήμερα, 44 χρόνια μετά…

Το Πολυτεχνείο δε ζει, αφού οι επόμενες γενιές θραφήκαμε κυρίως μέσα στον ωχαδερφισμό των καιρών και τα γονικά απωθημένα, με τους «άλλους» να φταίνε πρώτα για τα αρνητικά και μετά ή καθόλου, εμείς. Προχτές έφταιγε η… φύση -μετά το κράτος βέβαια, ένα κράτος, που λίγο/πολύ εμείς και πάλι το επιλέγουμε. Η ξαφνική μανία της ανεξέλεγκτης φύσης που εκδικείται, έφταιγε κυρίως, που λέτε, προχτές. Αλήθεια, γιατί εκδικείται; Της έκανε κανείς κακό; Είναι κανείς που δεν τη σεβάστηκε, την πείραξε ή προκλητικά δεν την υπολόγισε;

Το Πολυτεχνείο δε ζει, γιατί ο φασισμός και ο ρατσισμός σε μια ταλαίπωρη χώρα, αντί να μειώνεται, μεγαλώνει. Σε μια χώρα που μοιάζει να μη μαθαίνει από τα λάθη της και μαζοχιστικά να θέλει να τα ξανακάνει, δημιουργώντας παράλληλα πλήθος περιθωριακών, απαίδευτων, φαινομενικά ή και πραγματικά οργισμένων, ακόμη και «σαδιστών». Ανθρωποειδών εν ολίγοις, που απλώς βρίσκουν το βήμα να ξεδιπλώσουν την απάνθρωπη φύση τους σε ένα περιβάλλον που τους ευνοεί και τους εκκολάπτει…

Το Πολυτεχνείο δε ζει, γιατί η ανεργία επί της ουσίας δε μειώθηκε ποτέ ουσιαστικά  (δεν είναι μισθοί αυτοί  των 200-300 ευρώ, αυτοί των πολλών «νέων θέσεων», αλλά λίγα… ξεγελαστικά δανεικά, που δε φτάνουν κιόλας). Γιατί δεν υπάρχει «κανονικότητα». Γιατί οι νέοι  δεν μπορούν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους οικονομικά, εγκλωβισμένοι στην εσωστρέφεια και την απογοήτευση που τους προκαλεί η διαρκής αβεβαιότητα. Αντικρίζοντας, μάλιστα, στο σπίτι τους καθημερινά το ανήσυχο, αλλά επικαλυμμένα αισιόδοξο, βλέμμα των γονέων (όσων μπορούν, δηλαδή,  να στηρίζουν ακόμη τα παιδιά τους). Γιατί με εκείνους μένουν ως και τα 30+, γινόμενοι παράλληλα όλο και περισσότερο αδρανείς πολιτικά…

Το Πολυτεχνείο δε ζει πια, γιατί ακόμη και εκείνοι, που κέρδισαν εξουσία, με το δημοκρατικό, κεντροδεξιό ή κεντροαριστερό και πρόσφατα «μόνο» αριστερό τους μανδύα, το πρόδωσαν. Το άφησαν να ξεχαστεί. Επέτρεψαν ακόμη και να αντιμετωπίζεται ενοχικά, να αμφισβητείται, να λοιδορείται. Και τα στεφάνια μνήμης από μόνα τους κάθε τέτοιες μέρες στο χώρο της πεσμένης και σμπαραλιασμένης από το ερπυστριοφόρο «τέρας» πόρτας δεν αρκούν. Κι όχι μόνο δεν αρκούν, αλλά αποτελούν σχεδόν προσβολή, όταν κατατίθενται από τους ανθρώπους που είχαν την ιστορική ευκαιρία τους από το ’74 και έπειτα για κάτι καλύτερο, αλλά την ξεπούλησαν εύκολα, πολύ εύκολα. Και την ξεπουλούν ακόμη…

Το Πολυτεχνείο δε ζει, γιατί σταδιακά και με συνέπεια το φόνευσαν, όσοι δε γαλουχήθηκαν από τις διδαχές του, δε δούλεψαν ώστε να εξασφαλιστεί ανιδιοτελώς «ψωμί» για όλους, να νικήσει η πραγματική «ελευθερία» και να προαχθεί η «παιδεία». Μια πραγματική παιδεία, που δε θα επέτρεπε ξανά μαύρες, ντροπιαστικές σελίδες για τον τόπο…

Το Πολυτεχνείο δε ζούσε εδώ και πολλά χρόνια, τελικά. Και φέτος ειδικά, ακόμη και οι εθιμοτυπίες θα μείνουν πίσω αναλογικά μάλλον, καθώς τα στεφάνια της υποκρισίας δικαιωματικά θα έπρεπε να κατατεθούν λίγα χιλιόμετρα από το σημείο/σύμβολο της ιστορικής εξέγερσης του ’73. Εκεί που οι τόνοι λάσπης κατέστρεψαν, σκότωσαν και, για άλλη μια φορά, ξεμπρόστιασαν αμαρτωλές καταστάσεις χρόνων και χρόνων…

Υ.Γ.1: Δεν ξέρω –μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».

Ευχαριστώ την αείμνηστη Κατερίνα Γώγου για το παραπάνω, καθώς μου υπενθυμίζει πως κάτι μπορεί και να «ζει» από τότε (προσωπικός, όσο και καθολικός -λογικά- ο συσχετισμός)…

Υ.Γ.2: Σώπα όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες… (Γιάννης Ρίτσος)

Τις περιμένω ανυπόμονα, τις ακούω νοερά. «Χρόνια πολλά», όπως μάθαμε να λέμε από το δημοτικό κάθε τέτοια μέρα. Χρόνια πολλά, συνεπώς, σε όλους εκείνους που έμαθαν να τιμούν αληθινά και με συγκίνηση τη σημερινή επέτειο…

Νίκος Πολιουδάκης

Όσο για το «ποιος είμαι»… Τσέκαρε στην «επαναστατική» μας ομάδα (SREVOLUTION TEAM) και θα δεις… Γιατί δεν είμαι μόνος μου…