Σαν σήμερα πριν 114 χρόνια «γεννιέται» στην πρωτεύουσα της Ισπανίας η «Βασίλισσα» του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ποδοσφαίρου Ρεάλ. Η 6η Μαρτίου για τα δικά μας «σύνορα», ωστόσο, είναι περισσότερο σημαντική για το γεγονός πως το 1994, σε ηλικία 74 ετών φεύγει από τη ζωή η μεγάλη Μελίνα Μερκούρη. Μια γυναίκα με όλη την έννοια της λέξης, αλλά και πέρα από αυτήν. Εξ ου και ο τίτλος του κειμένου, άλλωστε…

«Λεωφορείον ο Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς (1949), «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1955), «Ποτέ την Κυριακή» (1960) του αγαπημένου της και μετέπειτα συζύγου, της Ζυλ Ντασέν, «Φαίδρα» (1962) και πάλι του αμερικανού σκηνοθέτη ήταν οι κινηματογραφικοί ρόλοι που την ανέδειξαν ως ηθοποιό, ενώ οι πολιτικές της καταβολές την ακολουθούσαν πάντα (εγγονή του Δημάρχου Αθηνών Σπύρου Μερκούρη και κόρη του βουλευτή της Ε.Δ.Α. Σταμάτη Μερκούρη).

Η στάση ζωής της, θα έλεγε κανείς, έμοιαζε πολύ με τους ρόλους που αναλάμβανε να υποδυθεί, όντας αντισυμβατική, πολύ «μπροστά» από την εποχή της, ενοχλώντας -ακόμη και σήμερα- μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό συντηρητική, με δυσκολία να αποδεχτεί το… ασυνήθιστο(κι ας μην το παραδέχονται πολλοί). Το άστρο της ηθοποιίας, ωστόσο, δεν αποτέλεσε το χαρακτηριστικό εκείνο που την κρατά «ζωντανή» ακόμη και σήμερα, όσο και αν το βραβευθέν με όσκαρ πρωτότυπου τραγουδιού για τα πολυτραγουδισμένα και… διεθνή «Παιδιά του Πειραιά» του Μάνου Χατζιδάκι και μεταφερθέν σε θεατρική σκηνή της N. Υόρκης «Ποτέ την Κυριακή» την έκανε γνωστή στο παγκόσμιο κοινό.

mesa1

Διότι στη μνήμη του κόσμου, τουλάχιστον εν Ελλάδι, το κομμάτι της υποκριτικής, αναφορικά με το πρόσωπο της Μελίνας, περνάει δεύτερο, καθώς η αντιδικτατορική της δράση από το εξωτερικό είναι που την έχει σημαδέψει. Η Χούντα μπορεί να της στέρησε την ελληνική ιθαγένεια, προσπαθώντας να πλήξει το γόητρο της, εκείνη όμως συνέχισε να είναι περισσότερο… Ελληνίδα από οποιονδήποτε πατριδοκάπηλο φασίστα. Η φωνή της Ελλάδας στο εξωτερικό θα αντηχεί την περίοδο εκείνη στα χείλη της Μελίνας, που με τσαγανό «χτυπά» και ξεμπροστιάζει τους Συνταγματάρχες.

Η αποκατάσταση της δημοκρατίας και η μεταπολίτευση θα τη βρει να πολιτεύεται και να εκλέγεται βουλευτίνα το 1981 με το ΠΑΣΟΚ (που να ήξερε πως θα κατέληγε σήμερα το… σοσιαλιστικό εκείνο κόμμα). Θα αναλάβει δε το Υπουργείο Πολιτισμού, ξεκινώντας έναν αγώνα για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο. Η ρήση της, πως όταν επιστρέψουν τα Μάρμαρα στη χώρα μας θα ξαναγεννηθεί, είναι που την κρατά απλώς κοιμώμενη στη συνείδηση ενός πραγματικά δημοκρατικού κόσμου, που τη θυμάται -και- γι’ αυτόν της τον αγώνα.

Σε αυτήν οφείλεται, επιπλέον και το επίτευγμα της δημιουργίας των Περιφερειακών Θεάτρων, προκειμένου η συγκεκριμένη τέχνη να γίνει επιτελούς οικεία και προσβάσιμη στους ανθρώπους της επαρχίας, είτε από πλευράς σκηνής, είτε θεατών. Από το θέατρο ξεκίνησε, άλλωστε, εκεί γαλουχήθηκε για αρχή καλλιτεχνικά, εκεί ξαναυπήρξε μέσα στην πορεία της και αυτόν το χώρο θέλησε να αναπτύξει πέρα από τα στενά όρια της πρωτεύουσας.

Η 6η Μαρτίου του 1994 θα είναι η μέρα που θα της αφαιρέσει την ανάσα από τα μεγάλα χείλη της. Το έντονο χαμόγελό της θα σβήσει και μαζί θα πάψουν να ζαρώνουν πια και τα έντονα χαρακτηριστικά του προσώπου της, το οποίο έμοιαζε να έχει γεράσει πριν την ώρα του. Ήταν μια μέρα από τις λίγες, που ο εγωιστής και υπερήφανος πατέρας μου είχε εξωτερικεύσει πως έκλαψε στο άκουσμα του χαμού της. Τώρα μπορεί και να τα λένε μαζί…

Από τη μεριά μου, για κλείσιμο, τους αφιερώνω τα… οσκαρικά Παιδιά του Πειραιά: