9:48, 05/10/2017 | Συντάκτης: Guest Editor

Nτούσαν Ίβκοβιτς: Ο Σοφός της προπονητικής

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν οι 7 σοφοί της αρχαιότητας. Ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο Πιττακός ο Μυτιληναίος, ο Βίας ο Πριηνεύς, ο Κλεόβουλος ο Ρόδιος, o Σόλων ο Αθηναίος, ο Περίανδρος ο Κορίνθιος, και ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος. Όσον αφορά το μπάσκετ, ο σοφός της προπονητικής είναι ένας. Ο λόγος φυσικά για τον τεράστιο Ντούσαν Ίβκοβιτς.

Όταν πριν από 74 χρόνια έβλεπε για πρώτη φορά το φως του ηλίου στο Βελιγράδι, καθώς εκεί έμελλε να είναι ο τόπος γέννησής του, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την συνέχεια που θα είχε η επαγγελματική του καριέρα ως προπονητής αλλά και ως άνθρωπος.

Και μπορεί σαν παίχτης να μην έπιασε, σπάνιο πράγμα για Σέρβο μπασκετμπολίστα, αγωνιζόμενος από τα 15 του μέχρι τα 25 του για λογαριασμό της Ραντνίτσκι Βελιγραδίου στην οποία είναι σημερινός πρόεδρός της, όμως ως προπονητής έμελλε να αφήσει το δικό του στίγμα σε όλες τις ομάδες που πέρασε από τον πάγκο τους τακτικά και φυσικά αγωνιστικά.

Από τα 35 του χρόνια που άρχισε να προπονεί και συγκεκριμένα με πρώτο σταθμό την Παρτιζάν για δύο χρόνια, φάνηκε ο άκρατος επαγγελματισμός και η εργατικότητά του με το πρώτο triple crown που πέτυχε στην καριέρα του το 1979.

Στην συνέχεια μεταπήδησε στην Ελλάδα και στον Άρη με στόχο να σπάσει την κυριαρχία και το κατεστημένο το Αθηναικό με Ολυμπιακό, Παναθηναικό και ΑΕΚ στην πρώτη γραμμή κρούσης και κυριαρχίας, πράγμα που δεν κατάφερε, ενώ στην συνέχεια επέστρεψε στην πατρίδα του και την ομάδα στην οποία ανδρώθηκε σαν παίχτης και μετέπειτα για τρία χρόνια στην Σιμπένκα χωρίς κάποιες ιδιαίτερες διακρίσεις.

Από το 1987 και μετά, εκτός του ότι ήταν μια σεζόν για την Ελλάδα άνθησης μπασκετικά, ήταν και για τον ίδιο τον Ντούντα, καθώς ανέλαβε την εθνική ομάδα της Γιουγκοσλαβίας, ενώ για τρία χρόνια παράλληλα με τους Πλάβι ήταν προπονητής και στην ομάδα της Βοϊβοντίνα. Με τον συγκεκριμένο σύλλογο δεν κατάφερε να πανηγυρίσει κάτι, όμως με την ομάδα της χώρας του κατάφερε την μια διάκριση μετά την άλλη.

Ασημένιο μετάλλιο στους ολυμπιακούς αγώνες στην Σεούλ το 1988 και τρία σερί χρυσά στην συνέχεια. Το 1989 στο ευρωμπάσκετ της πατρίδας του, το 1990 στο Μουντομπάσκετ της Αργεντινής και το 1991 στο ευρωμπάσκετ της Ιταλίας. Το 1995 στην χώρα μας πανηγύρισε ένα ακόμα χρυσό μετάλλιο με βοηθό προπονητή έναν από τους τωρινούς αστέρες της προπονητικής τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς.

Με την ομάδα της πατρίδας του σαν Σερβία πλέον πανηγύρισε ένα ακόμα μετάλλιο στο ευρωμπάσκετ της Πολωνίας το αργυρό, ενώ στο μουντομπάσκετ της Τουρκίας την επόμενη χρονιά κατέλαβε την 4η θέση η ομάδα του, καθώς ήταν και η τελευταία χρονιά στην καριέρα του που προπονούσε ομάδα εθνική.

Επίσης το 1983 κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο στο Universiade στο παγκόσμιο πρωτάθλημα νέων στον Καναδά, λειτουργώντας ως μια πρόγευση για τις επόμενες μετέπειτα τεράστιες επιτυχίες του με την εθνική ομάδα.

Όσον αφορά σε συλλογικό επίπεδο μετά την Βοϊβοντίνα, ξανά έκανε πάλι ένα βήμα προς την Θεσσαλονίκη και το 1991 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία του ΠΑΟΚ με σκοπό να σπάσει την κυριαρχία του τότε κραταιού Άρη στο ελληνικό μπάσκετ και όχι κάποιας ομάδας από την Αθήνα, όπως την πρώτη φορά που πήγε στην συμπρωτεύουσά μας, πράγμα που το κατάφερε, καθώς κατέκτησε με τον δικέφαλο του Βορρά το πρωτάθλημα της σεζόν 1991-1992.

Το 1994 κι ενώ ο τότε πρόεδρος της ΚΑΕ Ολυμπιακός και στην συνέχεια και του ποδοσφαιρικού με βοήθεια και στον ερασιτέχνη φυσικά Σωκράτης Κόκκαλης, του έκανε πρόταση να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της ομάδας ,πράγμα που αρνήθηκε πηγαίνοντας στον Πανιώνιο, θεωρώντας επίσης ο ίδιος πως ήταν η καλύτερη ομάδα μέχρι και τώρα που δημιούργησε στην προπονητική του καριέρα.

Το 1996 μετά από μια διετία στους Κυανέρυθρους της Νέας Σμύρνης, έμελλε να είναι μια χρονιά ορόσημο για τον ίδιο, καθώς ανέλαβε τελικά την τεχνική ηγεσία μια εκ των αγαπημένων του ομάδων τον Ολυμπιακό.

Και μπορεί την σεζόν 1996-1997 τα πράγματα να μην κυλούσαν ομαλά, όμως κατάφερε να πανηγυρίσει το δεύτερο Triple Crown της καριέρας του, και την πρώτη ευρωλίγκα επίσης στην καριέρα του.

Στους πειραιώτες παρέμεινε για άλλα δύο χρόνια οδηγώντας τον σε ένα ακόμη Final 4 το 1999 και στην συνέχεια μεταπήδησε για δύο χρόνια στην ΑΕΚ με κορυφαία στιγμή στον πάγκο των κιτρινόμαυρων την κατάκτηση του κυπέλλου Σαπόρτα το 2000.

Το 2002 έκανε το ταξίδι για την Ρωσία, με πρώτο προορισμό την ΤΣΣΚΑ Μόσχας, κατακτώντας με την ομάδα του στρατού τρία συνεχόμενα πρωταθλήματα και ψηφίστηκε ως προπονητής της χρονιάς το 2004 για το Ρωσικό πρωτάθλημα.

Όμως ευρωπαϊκά παρέμεινε χωρίς το νέκταρ της επιτυχίας, αν και με τρομερή ομάδα και με 45-0 ρεκόρ σερί νικών σε όλες τις διοργανώσεις τότε, ρεκόρ που παραμένει αστοιχείωτο ακόμα, δεν κατάφερε να σηκώσει με την ομάδα της Μόσχας την ευρωπαϊκή κούπα.

Το 2005 μεταπήδησε στην συντοπίτισσα και αιώνια αντίπαλο της ΤΣΣΚΑ την Ντιναμό Μόσχας, όπου κατάφερε να πανηγυρίσει ευρωπαικό τίτλο με την ίδια το ULEB Cup το 2006.

Και παράλληλα με την πενταετή θητεία του στον πάγκο της Σερβίας το 2010 πήρε την μεγάλη απόφαση να επιστρέψει στον πάγκο του Ολυμπιακού, οδηγώντας τον στο πρώτο του πρωτάθλημα μετά από 15 ολόκληρα χρόνια το 2012, καθώς επίσης και στην πρώτη του Ευρωλίγκα μετά από 15 χρόνια με τρόπο επικό που θα ζήλευαν μέχρι και οι κορυφαίοι παραμυθάδες και μυθιστορηματογράφοι, κόντρα σε ένα μεγαθήριο και μια πρώην του ομάδα την ΤΣΣΚΑ Μόσχας στην Κωνσταντινούπολη.

Και το 2014 ολοκλήρωσε την καριέρα του στην Εφές και το τουρκικό πρωτάθλημα κόντρα επίσης στον κουμπάρο του Ομπράντοβιτς, αναβιώνοντας και πάλι τις κόντρες που είχαν την διετία 2010-2012 με Ολυμπιακό και Παναθηναικό, αλλά και την σεζόν 1999-2000 με ΑΕΚ και Παναθηναικό τότε. Ο απολογισμός του στην τουρκική ομάδα ήταν ένα κύπελλο Τουρκίας και ένα κύπελλο του προέδρου.

Την 1η Ιουλίου του 2016 ανακοίνωσε την απόσυρσή του από τους πάγκους, ολοκληρώνοντας μια λαμπρή προπονητική του καριέρα. Στα 39 χρόνια θητείας του κατάφερε να κατακτήσει σε συλλογικό επίπεδο ένα κύπελλο κόρατς και σαπόρτα έκαστος, τρία πρωταθλήματα Ελλάδος, τέσσερα κύπελλα Ελλάδος, δύο ευρωλίγκες, τρία πρωταθλήματα Ρωσίας, ένα κύπελλο Ρωσίας, ένα ULEB Cup, ένα κύπελλο Τουρκίας και ένα κύπελλο προέδρου στην Τουρκία.

Επίσης έλαβε διακρίσεις πέραν από τις αναφερόμενες παραπάνω, ως ένας από τους 50 κορυφαίους συνεισφέροντες στην ευρωλίγκα το 2008, ανακηρύχτηκε καλύτερος προπονητής το 2012 για την ευρωλίγκα, και το 2017 παρέλαβε το βραβείο του θρύλου της Ευρωλίγκας.

Στις 20 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε ένα φιλικό προς τιμήν του στο στάδιο ειρήνης και φιλίας, με ομάδα επιλέκτων που ανακοίνωσε ο ίδιος, κόντρα στην ομάδα που αγαπήθηκε και οδήγησε σε δύο ευρωλίγκες τον Ολυμπιακό. Με παίχτες θρύλους που έδωσαν το παρόν όπως ο Πάσπαλι, ο Ράτζα, τίμησαν και με το παραπάνω τον θρύλο και σοφό της προπονητικής όπως άρμοζε.

Γενικότερα ως προπονητής η πετυχημένη του καριέρα δεν βασίζεται μόνο στους τίτλους, αλλά και στην φουρνιά παιχτών που έβγαλε όπως οι Ντίβατς, Στογιάκοβιτς, και πολλοί ακόμη, όπως φυσικά και αρκετά φυντάνια προπονητικά όπως οι Ομπράντοβιτς, Τζόρτζεβιτς και αρκετοί όμοιοί του.

Και ένας προπονητής που πέρασε από ομάδες με τεράστια μπάτζετ αλλά και σε ομάδες με πολύ χαμηλά μπάτζετ. Αυτό όμως δεν τον επηρέασε να κάνει την δουλειά του όπως ξέρει όντας ως ένας πραγματικός επαγγελματίας προπονητής και δουλευταράς όσο δεν πάει, κι ένας αγέραστος και ακούραστος προπονητικός εργάτης μέχρι και στα 73 του χρόνια.

Κι αυτό είναι ένα πράγμα που δεν πρέπει να περνάει απαρατήρητο από κανέναν και κυρίως όλους τους άπαντες μπασκετόφιλους. Και μακάρι όποιος θέλει να ασχοληθεί προπονητικά να τον έχει ως πρότυπο, ώστε να πετύχει τον στόχο του.

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Μανδρέκας