Ένας χρόνος κλείνει σήμερα από την ημέρα, που η φανέλα με το νούμερο «16» υψώθηκε στον ουρανό του γηπέδου των Σακραμέντο Κινγκς και θα μείνει για πάντα εκεί, προς τιμήν του ανθρώπου, που τη φορούσε για οχτώ σεζόν στο πρόσφατο, σχετικά, παρελθόν. Aυτός δεν είναι άλλος από το γνωστό σε όλους μας παλαίμαχο μπασκετμπολίστα του ΠΑΟΚ, Πρέντραγκ Στογιάκοβιτς. Και οι μνήμες από την άνοιξη του 1998 επανέρχονται…

Η φανέλα του Πέτζα κοσμεί την οροφή του σπιτιού των Κινγκς ήδη ένα χρόνο τώρα, ενώ -υπενθυμίζουμε- πως η ομάδα του ΝΒΑ ότι δεν έμεινε μόνο στην τιμητική επιβράβευση που χάρισε στον παλιό μας γνώριμο. Από το τέλος του περασμένου καλοκαιριού ο Στογιάκοβιτς εντάχθηκε στο δυναμικό των «Βασιλιάδων», αναλαμβάνοντας ως Διευθυντής δυναμικού και εξέλιξης παικτών, καθώς και ως τζένεραλ μάνατζερ των «Μπίγκχορνς», θυγατρικής ομάδας των Κινγκς στο NBDL!

sakram16

Η περσινή -και παντοτινή- διάκρισή του, συν τη φετινή ανάληψη καθηκόντων στην ομάδα, που υπηρέτησε από το 1998  ως το 2006 ως παίκτης, δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από την αναγνώριση της προσφοράς και της αξίας ενός «μπασκετανθρώπου», με όλη την έννοια της λέξης.

Πριν τις μεγάλες διακρίσεις και «ανταμοιβές», ωστόσο, προηγούνται οι επιμέρους παραδοχές από τον απλό φίλαθλο ή οπαδό. Ένα αυθόρμητο, λίγο σε ποσότητα λέξεων, αλλά πολύ σε ουσία «Πέτζα, είσαι παικταράς», από «φίλους» και… «υγιείς» εχθρούς. Γι’ αυτό και η ταπεινότητά μου παραθέτει μια προσωπική ιστορία από την προεφηβική μου ηλικία, που γράφτηκε πριν ένα χρόνο, στον απόηχο της τεράστιας τιμής, που αποδόθηκε στο Σέρβο σταρ και με αφορμή τις έντονες μνήμες, που μου ξύπνησε…

 

Η ιστορία…

Δεν τον είχα νικήσει ούτε μία φορά. Κάθε απόγευμα, λιώναμε στην αυλή του χωριού μου με την «πορτοκαλί θεά» στα χέρια, παίζοντας «μονό». Πάντα με νικούσε. Πολλές φορές με συνέτριβε, μην μπορώντας να τον ακολουθήσω στο ρυθμό και το σκοράρισμα. Να το πω ακόμα πιο λαϊκά; Με ξεφτίλιζε σχεδόν συνέχεια! Ο λόγος για το συγχωριανό μου το Φ..

Ήταν 15  χρονών κι εγώ 12, ενώ το καθιερωμένο μας «μονάκι» δεν ήταν κάτι που είχε ξεκινήσει τότε, καθώς μέτραγε ήδη κάνα-δυο χρόνια. Οι «φάπες» συνεπώς, που είχα δεχθεί, δεν ήταν λίγες. Σε αυτές τις ηλικίες δε, το να σε περνάει κάποιος μερικά χρόνια, όντας και  στοιχειωδώς ψηλότερος, παίζουν ρόλο στο πόσο μπορείς να τον κοντράρεις. Σαν μικρότερος κι εγώ… αδυνατούσα να κοντράρω τον Φ., να τον νικήσω έστω μία φορά, να νιώσω κι εγώ πως τα κατάφερα! Μια αξέχαστη «μαχαιριά», λοιπόν, ήταν εκείνη που θα μου έδινε τα φτερά να «χαρώ» την πάντα απούσα για μένα αίσθηση της νίκης απέναντί του…

Ήταν 6 Μαΐου του 1998. Έχουμε βρεθεί, κλασικά, με το Φ. το απόγευμα στο «παρκέ» της αυλής μου και κάνουμε τα πρώτα σουτάκια στην πολύ μικρή σε διάμετρο στεφάνη της μπασκέτας (το κανονικό μέγεθος έμοιαζε για μας με πηγάδι, μεγαλώνοντας). Την ίδια ώρα, εξελισσόταν ο 5ος ημιτελικός των play off της Α1 μεταξύ Ολυμπιακού και ΠΑΟΚ στο Σ.Ε.Φ. για τη σεζόν ’97-’98. Κι εγώ και ο Φ., ήμασταν γαύροι από τα γεννοφάσκια μας, πεποίθηση την οποία είχε γιγαντώσει ο μπασκετικός Ολυμπιακός της δεκαετίας του ’90. Το 1995 δε, το «Έντυυυυυυυυυ…… Τζόοοοοοοονσον» μας είχε στοιχειώσει -με την καλή έννοια- συνοδεύοντας τις χαλαρές μας στιγμές με την πορτοκαλί μπάλα. Το παραπάνω ματς, επομένως, ήταν και η αιτία που δεν είχαμε το μυαλό μας να ξεκινήσουμε το καθιερωμένο απογευματινό μας «τετ α τετ»…

Το ματς έκαιγε. Ο «αυτοκράτορας» κινδύνευε πρόωρα να χάσει το θρόνο του. Εγώ και ο Φ., τρελαμένοι, κρατούσαμε τα κεφάλια μας. Το καρδιοχτύπι μας αυξανόταν. 55-55 το σκορ λίγα δευτερόλεπτα πριν τη λήξη και ο Βούκσεβιτς αστοχεί σε επίθεση των Πειραιωτών. Από την πλευρά του ΠΑΟΚ, ο Πρέντραγκ Στογιάκοβιτς αναλαμβάνει να κατεβάσει την μπάλα και να πάρει πάνω του την κρίσιμη επίθεση. Στη λήξη του χρόνου, ο Στογιάκοβιτς (ή Πέτζα) με ένα τρίποντο πραγματική μαχαιριά και με κολλημένο πάνω του το μοιραίο Βούκσεβιτς θα καθαιρέσει τον αυτοκράτορα, θα τον «σκοτώσει» ή ακόμη χειρότερα, θα τον βάλει στο γύψο για πολλά πολλά χρόνια. Ένα γαμημένο τρίποντο από έναν παίκτη, που δε θα αναρριχηθεί στο θρόνο του βασιλιά που αποκαθήλωσε.

Ο Πέτζα, ωστόσο, αμέσως μετά θα φύγει για το ΝΒΑ, εντυπωσιάζοντας για χρόνια με τα ασάλιωτα τρίποντά του στο δυσκολότερο πρωτάθλημα του κόσμου και κατακτώντας μάλιστα την εκεί κορυφή με τους Ντάλας Μάβερικς, την χρονιά που σταμάτησε. Την ξανακατέκτησε δε νοερά και πρόσφατα, μετά την ύψιστη τιμή που δέχθηκε από τους Σακραμέντο Κινγκ.

Σήμερα, τιμώ τον Πέτζα, όσο κι αν τον μίσησα τότε. Διότι αναγνώρισα πως η αρχή της παρακμής της ομάδας μου έγινε από ένα μεγάλο και όχι τυχαίο αθλητή. Τον τιμώ δε, γιατί εκείνος ήταν που με την μαχαιριά του, με πείσμωσε, με τσάντισε, σχεδόν με «ντόπαρε» και με δυνάμωσε. Δεν μπορούσα να δεχτώ με τίποτα τότε την πτώση του μπασκετικού Ολυμπιακού από τη χρόνια κατάληψη της κορυφής. Και εκείνη την ημέρα του μακρινού πλέον ’98, κατέβηκα στην αυλή πολύ στεναχωρημένος, αλλά και αφηνιασμένος.

Για πρώτη φορά νίκησα τον Φ.. Κι όχι απλώς τον νίκησα. Ό, τι σουτ κι αν έκανα πήγαινε μέσα, τον τάπωνα, του έπαιρνα ριμπάουντ, τον έκανα να τραβάει τα μαλλιά του. Τον ξεφτίλισα πραγματικά, τον έκανα να μοιάζει εκείνος ο «μικρός» της παρέας. Είχα ξεφτιλίσει, εν ολίγοις, αυτόν που με «ταπείνωνε» καθημερινά, έστω στο πλαίσιο του παιδικού παιχνιδιού. Εκείνον που έμοιαζε ανίκητος. Τον είχα ταπεινώσει, μην μπορώντας να αποδεχτώ την ταπείνωση της ομάδας μου από έναν ανερχόμενο παικταρά και τη διάλυση μιας αυτοκρατορίας, που για 6-7 χρόνια ως τότε ταπείνωνε τους πάντες στο πέρασμά της…

Ποια ήταν η διαφορά μας με τον Πέτζα, αν και οι δύο είχαμε καταφέρει κάτι μεγάλο εκείνο το απόγευμα; Εκείνος συνέχισε να βομβαρδίζει από τη γραμμή του τριπόντου στην Αμερική, ενώ εγώ στην αυλή μου ξανάρχισα να χάνω… Ας είναι… Για εκείνη τη μοναδικά φορά που νίκησα -όσο κι αν με στεναχώρησε- τον ευχαριστώ…

Δείτε εδώ τις τελευταίες στιγμές από τον ημιτελικό του 1998 και φυσικά το τρίποντο «μαχαιριά»: