9:00, 02/12/2017 | Συντάκτης: Νίκος Πολιουδάκης

Ενοχικά και με δανεικά στη… δεύτερη του κατοικία

Καθόταν έξω από τη… δεύτερη του, περιστασιακή τρόπον τινά, κατοικία. Δεν ήταν Κυριακή, άρα δεν μπορούσε να μπει μέσα, ώστε να κάτσει, να αράξει, να ξεδώσει, να ηρεμήσει, να φωνάξει, να απολαύσει τέλος πάντων αυτό, που ενίοτε απολάμβανε και από την άνεση του καναπέ του, μεσοβδόμαδα. Καθόταν εκεί για ώρες, πολλές ώρες. Και οι ώρες έγιναν μέρες...

Την πρώτη του κατοικία, μόλις την είχε χάσει. Όχι από κάποια θεομηνία, όχι από κάποια φυσική καταστροφή ή από ευθύνες «τρίτων». Και φυσικά όχι από κάποιον ιδιοκτήτη, που τον ξεσπίτωσε κατόπιν έξωσης λόγω ανεξόφλητων, συσσωρευμένων ενοικίων. Άλλωστε ο ίδιος ήταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού του, με τα πολλά λάθη του και τα μάλλον απερίσκεπτα, οικονομικά ανοίγματά του ως μικρομεσαίος επαγγελματίας. Την είχε χάσει λόγω των πλειστηριασμών, την «πρέπουσα», πια, αυτή πρακτική για την «πάταξη των οικονομικών εγκλημάτων που έφεραν τη χώρα ως εδώ»…

Καθόταν και σκεφτόταν ενοχικά: «Ίσως έχουν δίκιο. Τι την ήθελα τη μονοκατοικία; Τι το ήθελα το ελεύθερο επάγγελμα, αφού θα ερχόταν το 2009 και η συνέχειά του; Τι το ήθελα να χρεωθώ για να ανταπεξέλθω στις υποχρεώσεις μου; Καλύτερα όμως να με έβαζαν φυλακή, αν εγκλημάτησα τόσο, επειδή απλώς δεν μπορώ εδώ και χρόνια να ανταποκριθώ στην καθημερινότητα. Ή γιατί όχι σε έναν τάφο. Κι ας μου έπαιρναν το σπίτι».

Τα δάκρυα του έβρεχαν το πρόσωπο, το οποίο και έκρυβε από ντροπή. Ή καλύτερα από αξιοπρέπεια, όση του είχε μείνει. Έγειρε να κοιμηθεί λίγο εκεί που καθόταν, σκεπάζοντας λίγο το σώμα του με ένα από τα εφεδρικά σακάκια του. Πάρα την εξάντλησή του, ο ύπνος δεν ερχόταν. Μόνο μια σκέψη τον βασάνιζε διαρκώς και τον κρατούσε… στη ζωή μέσα από τη διάχυτη, και μάλλον δίκαιη, οργή του:

«Έχασα το σπίτι μου. Και άλλοι σαν εμένα το έχασαν ή θα το χάσουν. Και τώρα τι; Λύθηκε το πρόβλημα; Έστω μειώθηκε, μετριάστηκε; Εγώ και οι όμοιοί μου ήμασταν το μολυσμένο και μολυσματικό, βρωμερό απόστημα της κοινωνίας; Αυτοί που χρωστούν στο… σύμπαν θα πληρώσουν πραγματικά; Θα χάσουν έστω ένα… τούβλο; Και εάν το χάσουν, θα καταλήξουν σαν εμένα; Θα καταλήξουν και αυτοί στο δρόμο; Μα αυτοί που τώρα «με το γράμμα του νόμου» με πετούν έξω από το τελευταίο πράγμα που μου ανήκε, είναι αναμάρτητοι και με… λιθοβολούν; Αφού χρόνια και χρόνια ακούμε για σκάνδαλα και αίσχη, πέρα από τα υπέρογκα χρέη των κομματικών μηχανισμών στο δημόσιο, πως γίνεται να μην κουνιέται φύλλο; Ναι, ακόμη και εκείνοι που τώρα δράττονται της ευκαιρίας να μας «υποστηρίξουν», ώστε να κάνουν φτηνή αντιπολίτευση, χρωστούν. Και χρωστούν αδρά, αλλά συνεχίζουν ακάθεκτοι ως επαγγελματίες, κυριολεκτικά, πολιτικοί, συνάμα με το σινάφι που έχουν εγκαθιδρύσει γύρω τους. Όσο δε για εκείνους που με αβαντάριζαν να «επενδύσω» και να χρεωθώ, θα συνεχίσουν να είναι στο απυρόβλητο; Δεν έχουν μερίδιο ευθύνης, αν όχι τη μεγαλύτερη ακόμη και από μένα το μαλάκα, που τους πίστεψα στα χρόνια της ψευδούς ευμάρειας και του ρέοντος χρήματος; Φυσικά, θα ήθελα και πρέπει να πληρώσω ό, τι μου αναλογούσε, βάσει των όσων δανείστηκα. Αλλά ως εκεί. Μα δε με άφησαν να δουλέψω, δεν μπόρεσα να ξαναδουλέψω ουσιαστικά. Μόνο μου ζήταγαν, ενώ δεν είχα…».

Πάλι ενοχικά, σκέφτηκε ότι πρέπει να πάψει. Γιατί, αν τολμήσει να εκφράσει τη σκέψη του αυτή ξανά (το είχε κάνει σε ένα βαθμό), κινδύνευε με την κλασική, εύκολη και υπεραπλουστευτική ετυμηγορία των ημερών, αυτή του «λαϊκιστή απατεώνα», από ένα συνολικό σύστημα που εξέθρεψε το λαϊκισμό, όχι τώρα, αλλά εδώ και δεκαετίες. Σκεφτόταν δε, παράλληλα, πως μεγαλύτερη τιμωρία ακόμη και για αποδεδειγμένους μεγαλοοφειλέτες/εγκληματίες δε θα υπήρχε από το να έχουν να μείνουν σε μια στέγη, την  μία εκείνη κατοικία που μπορεί να τους ανήκε, μικρή ή μεγάλη, χωρίς τίποτα, τίποτα άλλο, πραγματικά. Ένα τεράστιο κελί, ουσιαστικά. Η συνεχής, μάλιστα, από την πλύση εγκεφάλου ενοχικότητά του, τον οδηγούσε να θέτει τον εαυτό στην ίδια κατηγορία με τους πραγματικούς υπαίτιους του φιάσκου της νεότερης ιστορίας μας.

Σα να μην έμαθε από τα λάθη του, την Κυριακή θα έμπαινε επιτέλους στο… δεύτερό του «σπίτι», αφού πάλι είχε δανειστεί ώστε να δει την αγαπημένη του ομάδα του στο γήπεδο. Ίσως να ήταν η τελευταία του φορά, λόγω της άδειας, κυριολεκτικά πλέον, τσέπης του, ή  μια από τις τελευταίες. Ίσως και άλλοι στις κερκίδες να ήταν ήδη σαν αυτόν ή εν δυνάμει σαν αυτόν. Κάποιοι στο πέταλο και κάποιοι άλλοι, πολύ «χειρότεροι», στα ασφαλή, ακριβά και γεμάτα «αίγλη», VIP,  μοιραζόμενοι τον ίδιο αέρα…

Υ.Γ.1: Η ιστορία -μακάρι να- αποτελεί προϊόν -απόλυτης- φαντασίας…

Υ.Γ.2: Μόνο άσχετη με τα γραφόμενα δεν είναι η κεντρική φωτογραφία του άρθρου…

Νίκος Πολιουδάκης

Όσο για το «ποιος είμαι»… Τσέκαρε στην «επαναστατική» μας ομάδα (SREVOLUTION TEAM) και θα δεις… Γιατί δεν είμαι μόνος μου…