Μέρες γιορτινές φτάνουν και το Sport Revolution, πιστό στην προσαρμογή του στην εκάστοτε χρονική περίοδο, αλλά και την «παράδοση» της Πέμπτης, σας προσφέρει μία Laugh Story, που τα έχει… όλα (μάλλον λιγότερο… laugh)! Ακολουθεί, λοιπόν, η ιστορία του Γιώργου…

Εκείνο το Δεκέμβρη, γυρνούσε σπίτι μετά τη δουλειά, περισσότερο κουρασμένος από το κανονικό. Στις 23 δε του μήνα, θα έπαιρνε την εορταστική του άδεια, η οποία θα διαρκούσε δέκα ολόκληρες μέρες. Οι φίλοι του, έτσι ζοχαδιασμένο που τον έβλεπαν, του έλεγαν να κάνουν κάτι μαζί εκείνες τις ημέρες, αυτός όμως δεν το «’χε». Είχε χωρίσει πρόσφατα με την κοπέλα του (την αιτία μην την ψάχνετε), συνεπώς δεν είχε όρεξη. Δεν την πάλευε καθόλου, δεν ήθελε να βλέπει κανέναν. Ήθελε να είναι, πέρα από τις ώρες εργασίες, μόνος του, παρέα μόνο με τις σκέψεις του. Μέσα σε όλη του την κατήφεια, πάντως έψαχνε να βρει αυτό το «κάτι», που θα τον κάνει να νιώσει καλά.

Την ημέρα που ξεκίνησε η άδειά του κι ενώ είχε αράξει μόνος μπροστά στην τηλεόραση, η… θεία φώτιση ήρθε! Το σχέδιο ήταν ένα και είχε να κάνει με την προσέγγιση της μέχρι πρότινος κοπέλας του! Δεν το πολυσκέφτηκε το επόμενο πρωί, παραμονή Χριστουγέννων, σηκώθηκε πουρνό-πουρνό, ντύθηκε και έφυγε για την εμπορική αγορά. Το σχέδιο ήταν συγκεκριμένο. Πίστευε ότι για να τον συγχωρέσει η κοπέλα του, πρέπει να τη συγκινήσει, πρέπει να της κάνει μια «γερή» επίκληση στο συναίσθημα, έως και να γελοιοποιηθεί ο ίδιος.

Πήγε λοιπόν και αγόρασε μια στολή Αϊ-Βασίλη και επιπροσθέτως τα απαραίτητα λευκά μούσια, συν την ασορτί μπουκλωτή περούκα. Σκοπός του ήταν να τα φορέσει, να πάει σπίτι της το βράδυ της ίδιας ημέρας και να της κάνει έκπληξη! Είχαν χωρίσει πριν λίγες βδομάδες, αλλά εκείνος πίστευε πως τίποτα δεν έχει τελειώσει…

Ανεξαρτήτως αν η κοπέλα ήταν σπίτι το βράδυ, αυτός θα το έκανε. Έτσι κι αλλιώς, ακόμη κι αν εκείνη έκανε ρεβεγιόν κάπου έξω, κάποια στιγμή θα γύρναγε, σκεφτόταν. Πήρε λοιπόν ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί μαζί ένα σάκο ιδίου χρώματος, στον οποίο έβαλε μέσα το κουτί του δώρου του (ένα περιδέραιο από λευκόχρυσο γιατο… «συγγνώμη»).

Λίγο μετά τις 9:00 το βράδυ, βρέθηκε στην περιοχή της. Πάρκαρε το αμάξι σε ένα στενό πιο κάτω και πριν βγει από αυτό φόρεσε την περούκα, τα μούσια και τον αντίστοιχο αγιοβασιλιάτικο σκούφο. Πήρε το σάκο και το μπουκάλι και κίνησε προς την πόρτα της. Κάποιοι περαστικοί τον έδειχναν και χασκογελούσαν. Μέχρι και μαξιλάρι για φουσκωτή κοιλιά είχε φορέσει από μέσα…

«Εεεεε, χοντρέ, δώσε μας και μας κάνα δώρο, ήμασταν καλά παιδιά φέτος, χαχαχα!», του φώναξε ένας νεαρός, που πέρασε κοντά του με την παρέα του. Ο Γιώργος δεν αποκρίθηκε. Ήταν προσηλωμένος στο στόχος του. Και ο στόχος ήταν να συγκινήσει την κοπέλα του.

Έφτασε έξω από το σπίτι της και άρχισε να χτυπάει το κουδούνι. Ήταν μονοκατοικία και η αλήθεια είναι πως κάποιο φως, που να μαρτυρούσε την παρουσία της μέσα, δεν ήταν ανοιχτό. Επέμενε να χτυπά το κουδούνι για τρία λεπτά περίπου, αλλά τίποτα. Έτσι, έβγαλε από την τσέπη του το κλειδί του σπιτιού της -δεν της το είχε επιστρέψει- και το χρησιμοποίησε για να μπει μέσα.

Το σπίτι ήτανε αρκετά κρύο -κυριολεκτικά και μεταφορικά- σαν να είχε είτε να θερμανθεί είτε να υπάρξει ζωή και κίνηση μέσα του για αρκετές μέρες. Παραξενεύτηκε. Σκέφτηκε, «θα λείπει πολλές ώρες μάλλον». Έβγαλε τα μούσια και την περούκα, τα υπόλοιπα όμως όχι και άραξε στη φλοκάτη δίπλα στο τζάκι της, το οποίο και άναψε.

tzaki

Αν ερχόταν, πίστευε πως θα την άκουγε και θα προλάβαινε να μεταμφιεστεί ξανά καταλλήλως, ενώ σκέφτηκε πως αποκλείεται να γυρίσει πριν τις 12:00. «Οπλίστηκε» λοιπόν με υπομονή και έκατσε να την περιμένει. Μοναδικό φως στο σπίτι ήταν το τζάκι και μοναδικοί ήχοι, επίσης, τριγύρω προερχόταν μέσα από τη φωτιά. Περίμενε, περίμενε, περίμενε, αλλά ένιωθε καλά. Πίστευε πως θα πάει καλά στο τέλος ό, τι είχε σχεδιάσει.

Η ώρα είχε περάσει και δύο λεπτά μετά τα μεσάνυχτα κάτι τάραξε την ησυχία του. Ήταν το σταθερό της τηλέφωνο, που άρχισε να χτυπά επίμονα. Ο Γιώργος ξιπάστηκε, αλλά δεν έκανε κάποια κίνηση να πάει προς τα εκεί. Η κλήση επέμενε και αυτό τον παραξένεψε. Πήγε κοντά στη συσκευή και σκέφτηκε να βάλει στο «δυνατό» το μήνυμα του τηλεφωνητή και να το ακούσει. Μπορεί να ήταν αδιάκριτη η κίνησή του αυτή, αλλά είχε ανησυχήσει. Πάντως, η ανησυχία του έφυγε (;), αφότου άκουσε το μήνυμα που της άφησε η κολλητή της:

«Κοριτσάρα μου χρόνια πολλά και καλά! Να είσαι γερή και ευτυχισμένη γιατί το αξίζεις! Δε ήθελα κάτι, μόνο να σου ευχηθώ και από δω και να το ακούσεις σαν εκπληξούλα, όταν με το καλό γυρίσετε Ελλάδα! Να το αλώσεις το Λονδίνο ε; Να περάσεις τέλεια κούκλα μου και θα τα πούμε σε λίγε μέρες, Χαιρετίσματα στο νέο σου αμόρε! Χαχαχα! Φιλιά πολλά Χριστινάκι μου!».

Ο Γιώργος πέταξε τα μούσια και την περούκα στη φωτιά, με το φωτισμό στο σπίτι για λίγα δευτερόλεπτα να θυμίζει μέρα από το λαμπάδιασμα. Πήρε το κρασί και το σάκο, κλείδωσε την πόρτα πίσω του και κατευθύνθηκε προς το αμάξι. Δεν είχε νεύρα, δεν ήξερε καν ποιος είναι και τι κάνει εκείνες τις στιγμές…

Άραξε σε ένα πεζούλι κοντά στο αυτοκίνητό του και άνοιξε με ένα ανοιχτήρι, που είχε πάνω του, το κρασί. Άρχισε να πίνει, ενώ αυτοσαρκαστικά φόρεσε το σκούφο του Αϊ Βασίλη στο κεφάλι του. Είχε χάσει πανηγυρικά. Το σχέδιό του όχι απλώς δεν είχε πάει καλά, αλλά του προσέφερε και μια κεραμίδα… ολκής από πάνω.

Μετά από λίγο πέρασε από μπροστά του ένα 12χρονο κοριτσάκι -μάλλον παιδάκι του δρόμου- με όχι χοντρά ρούχα, που με σπαστά ελληνικά σιγοτραγουδούσε «Άγιος Βασίλης έρχεται και δε μας καταδέχεται…». Ο Γιώργος έβγαλε την κάπα του… διάσημου αγίου και τη φόρεσε στο κοριτσάκι, που επαιτώντας είχε στηθεί μπροστά του. Το παιδάκι σάστισε, αλλά χάρηκε. Έπειτα ο, ανεπιτυχώς υποδυόμενος τον Άγιο Βασίλη, Γιώργος κοίταξε το σάκο με το ακριβό δώρο του μέσα. Δεν το πολυσκέφτηκε και τον έδωσε στο κοριτσάκι, λέγοντας του «Χρόνια πολλά κορίτσι μου»…

Είχε χάσει οικτρά στον έρωτα εκείνο το βράδυ, μα είχε κερδίσει, μάλλον, στην αγάπη…